Κοινωνικό φύλο, διεμφυλικά παιδιά και υποστηρικτικοί γονείς

Γεώργιος Φραγκάκης

Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

 

Μαρία Τερζοπούλου

Φοιτήτρια Κοινωνικής Εργασίας

 

Πηγή: animartists.com


Βγαίνοντας από την ντουλάπα φορούσε τα αγαπημένα του «ρούχα»!

Η έννοια του κοινωνικού φύλου στην παιδική ηλικία δύσκολα μπορεί να αποδοθεί με μεγαλύτερη λεπτότητα και τρυφερότητα απ’ ό, τι στην αυθεντική φιγούρα του Georges DuFresne, τον νεαρό ηθοποιό που παίζει τον Λουντοβίκ Φαμπρέ στην βελγική ταινία «Ma Vie en Rose» («Η Ζωή μου στα Ροζ») του Alain Berliner που προβλήθηκε το 1997.

Ο Λουντοβίκ ήταν μόλις επτά ετών όταν φόρεσε για πρώτη φορά «κοριτσίστικα ρούχα», μια πράξη στην θέαση της οποίας η κοινωνία και το οικογενειακό του πλαίσιο επέμεναν πως ήταν απερίσκεπτη και αυθαίρετη μιας και τα ρούχα αυτά «ανήκαν» στο αντίθετο φύλο. Για την ακρίβεια, στην αρχή της ταινίας, η συνολική συμπεριφορά του θεωρήθηκε από την οικογένειά του ως μια γοητευτική εκκεντρικότητα που σύντομα θα ξεπεράσει, όμως, πολύ σύντομα κατάλαβαν πως πρόκειται για κάτι πιο βαθύ. Η αντίληψη που είχαν για την έννοια του φύλου άρχισε σιγά – σιγά να μετακινείται και όλο αυτό το επίμονο όνειρο του Λουντοβίκ, να παντρευτεί και να ζήσει ως κοριτσάκι, φαίνεται να βάζει σε κίνδυνο τόσο τον γάμο των γονιών του όσο και την δουλειά του πατέρα του με αποτέλεσμα να αναγκαστούν στο τέλος, όλοι μαζί, να μετακομίσουν.

Ακόμα και αν η υπόθεση της ταινίας φαίνεται αρκετά προβλέψιμη και σχετικά αναμενόμενη λόγω του ότι είμαστε συνηθισμένοι να ακούμε τέτοια περιστατικά, εντύπωση κάνει πως, ακόμα και σε στιγμές μέγιστου άγχους, οι γονείς του δεν σταμάτησαν ποτέ να αγαπάνε και να δείχνουν τα συναισθήματά τους στο παιδί τους, ακόμα και αν η δεδομένη κατάσταση τους δυσκόλευε φανερά. Το εμπιστεύονταν τόσο που σταδιακά, με την στάση τους, του έδιναν χώρο και χρόνο να τους μάθει με την σειρά του τον δικό του κόσμο και εκείνος, μέσα από την αποδοχή τους, την ενσυναίσθηση και την αυθεντικότητα τους, μετατρέπει ένα απίστευτο μάθημα βιολογίας σε μια εξαιρετικά έξυπνη εξήγηση για τη σύγχυση της έννοιας του φύλου:

 

«όταν ο Θεός διανείμει τα χρωμοσώματα», εξηγεί σοβαρά στους γονείς του, «το χρωμόσωμα που θα με έκανε κοριτσάκι, τυχαία έχασε τον δρόμο του και κατέληξε στα σκουπίδια».

 

Η έννοια του φύλου

 

Τις τελευταίες δεκαετίες η έννοια του φύλου λαμβάνει διαφορετική υπόσταση από αυτήν που είχε παλαιότερα. Πιο συγκεκριμένα, αναλύεται και αποδομείται μέσω της φεμινιστικής θεωρίας και η έννοια του κοινωνικού φύλου κυριαρχεί στο φεμινιστικό μοντέλο (Ferree, 1990). Στην βιβλιογραφία πλέον συναντάμε τους όρους «βιολογικό φύλο» και «κοινωνικό φύλο». Βιολογικό φύλο (sex), από τη μία πλευρά, θεωρείται το φύλο με το οποίο το άτομο έρχεται στον κόσμο προικισμένο και του οποίου τα χαρακτηριστικά διαθέτει κάποιο άτομο από βιολογικής απόψεως (γενετικά όργανα, κυρίαρχες ορμόνες κ.α.), ενώ για την περαιτέρω διευκρίνιση του όρου είναι πιθανό να συναντηθεί και η λέξη «γένος», η οποία χαρακτηρίζει το άτομο είτε ως «θηλυκό» είτε ως «αρσενικό» βάσει ανατομικών χαρακτηριστικών (Hird, 2000). Κοινωνικό φύλο (gender) από την άλλη θεωρείται ο προσδιορισμός του φύλου του ατόμου από τον κοινωνικό περίγυρο, εμποτισμένος δηλαδή με τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά του πλαισίου στο οποίο διαμένει (Hughes & Kroehler, 2014). Με άλλα λόγια, αφορά την κοινωνική και πολιτισμική διαφοροποίηση πρωτίστως και κυρίως ανάμεσα στους άνδρες/αγόρια και τις γυναίκες/κορίτσια μέσα στην κοινωνία. Ο διάλογος σχετικά με αυτή την διάκριση, τα αίτιά της, την σημασία της και τα αποτελέσματα που έχει στην κοινωνική αλληλεπίδραση είναι πολύ μεγάλος και οι θεωρητικοί δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους. Ωστόσο, με μια πιο λογοτεχνική προσέγγιση, θα μπορούσαμε να πούμε πως το βιολογικό φύλο είναι ένα “δώρο” της φύση, δεν το επιλέγουν οι άνθρωποι, ενώ το κοινωνικό φύλο είναι ένα “δώρο” της κοινωνίας, αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή καθώς χαρακτηρίζεται και λαμβάνει υπόσταση από τους ίδιους τους ανθρώπους.

Ωστόσο, οι απόψεις διίστανται όσον αφορά στο κατά πόσο το κοινωνικό φύλο καλείται να προσδιορίσει το βιολογικό φύλο ή το αντίστροφο. Παραδείγματος χάριν, ένα αγόρι όπως ο Λουντοβίκ στην ταινία, νοείται ως βιολογικά αρρενωπό και παρόλο που το ίδιο δεν συμφωνεί με αυτή την ταυτότητα, οι γύρω του συμφωνούν. Οι άνθρωποι που συναναστρέφονται μαζί του θεωρούν, χωρίς συνειδητή ή ρητή επιβεβαίωσή του, πως το άτομο απέναντι τους είναι αγόρι. Το βιολογικό του φύλο, όπως και το κοινωνικό του φύλο, επομένως, έχουν προσδιοριστεί εντός κάποιου κοινωνικού πλαισίου, με άλλα λόγια είναι σαν το πλαίσιο να αποφασίζει για εκείνον – χωρίς εκείνον. Σε αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να σταθούμε στην άποψη της Butler (2007) πως το θεωρούμενο βιολογικό φύλο δεν είναι το υπόβαθρο ή η βάση για την παραγωγή του κοινωνικού φύλου αλλά μάλλον το αποτέλεσμά του, διότι η σύλληψη του βιολογικού φύλου από τους ανθρώπους δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς την εμπειρία του κοινωνικού φύλου, χωρίς δηλαδή τις πολιτισμικές παραδοχές που το συνθέτουν.

Αν το κοινωνικό φύλο, επομένως, είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που υπαγορεύεται από πολιτισμικούς κανόνες, τότε θα λέγαμε πως υπάρχει δυνατότητα επιλογής του φύλου. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορούμε να πούμε πως ισχύει, διότι οι άνθρωποι πριν αποκτήσουν έμφυλη αντίληψη ήδη καθοδηγούνται από το περιβάλλον τους. Επομένως, τα σώματα όταν γεννιούνται αποκτούν με παθητικό τρόπο την πορεία που υπαγορεύουν οι κοινωνικοί και πολιτισμικοί κανόνες. Όπως η θεώρηση πως η βιολογία γίνεται πεπρωμένο, ως κάτι δεδομένο, αμετάβλητο και παραδεκτό. Σε αυτή την περίπτωση οι πολιτισμικοί κανόνες γίνονται το πεπρωμένο των ανθρώπων, καθώς προδιαγράφουν τη ζωή τους με αντίστοιχο τρόπο (Butler, 2007).

Τέλος, η Butler (2007) θεωρεί πως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για την ταυτότητα των ατόμων πριν μιλήσουμε για το φύλο, καθώς αυτά είναι αλληλένδετα. Το (κοινωνικό) φύλο του καθενός ορίζεται μέσω εσωτερικευμένων κοινωνικών προσδοκιών, δηλαδή δεν ορίζεται από τον ίδιο, αλλά «έξω από τον ίδιο». Επομένως, μεγάλος προβληματισμός υπάρχει αναφορικά με τα άτομα τα οποία δεν καταφέρνουν να συμβιβαστούν με την προσδοκώμενη και δοσμένη από την κοινωνία εικόνα του φύλου τους, διότι η έκφραση του φύλου τους δεν βρίσκεται σε αντιστοιχία με αυτήν. Έτσι, η εικόνα που προβάλλουν δεν γίνεται κατανοητή. Σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος μέσα από τον οποίο κατανοείται το φύλο και υπάρχει μια «λογική» συνέχεια που εκδηλώνεται στην ταυτότητα του ατόμου και στην σεξουαλική ζωή και επιθυμία του. Το πρίσμα μέσα μόνο από το οποίο γίνεται κατανοητή η ταυτότητα του καθενός είναι μια ετεροφυλόφιλη ή ετεροκανονική (εξαναγκαστική ετεροφυλοφιλία) εικόνα της πραγματικότητας, θα λέγαμε (καθώς η Butler αναφέρεται σε αυτή ως Ετεροφυλόφιλη Μήτρα/Heterosexual Matrix), όπου ορισμένες ταυτότητες δεν «υπάρχουν» ή έστω «δεν μπορούν να υπάρχουν». Ως παράδειγμα αναφέρουμε περιπτώσεις όπου το κοινωνικό φύλο κάποιου δεν συμπίπτει με το βιολογικό φύλο του ή όπου η σεξουαλική επιθυμία δεν υπαγορεύεται από το κοινωνικό ούτε από το βιολογικό του φύλο. Σύμφωνα με την θεωρία της επιτελεστικότητας (performative theory), της ίδιας, το φύλο αποτελεί την έκφραση αυτού που κάποιος «κάνει» και όχι αυτού που κάποιος «είναι». Δηλαδή, οι επαναλαμβανόμενες «πράξεις» της ζωής των ανθρώπων ενσωματώνονται στην καθημερινότητα, τη ζωή και εν τέλει την συνείδηση τους διαμορφώνοντας έτσι την έμφυλη ταυτότητα τους (Butler, 1988).

 

Παιδιά, κοινωνικοποίηση και φύλο

 

Οι επιρροές που δέχονται τα παιδιά σχετικά με τον σχηματισμό αντίληψης γύρω από τον ρόλο του φύλου τους προέρχεται κυρίως από τρεις πηγές: τους γονείς, την συναναστροφή με συνομηλίκους και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) (Crespi, Moffitt & Rutter, 2003; Cole & Cole, 2001; Kretchmar, 2009; Haldeman, 2000; Wharton, 2005).

Πρώτη πηγή επιρροής αποτελούν οι γονείς. Οι συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά παρουσιάζει διαφορές ανάλογα με το φύλο τους, ακόμα και ως προς το ύφος αλλά και το περιεχόμενο του λόγου τους (Caspi, Moffitt & Rutter, 2003). Για παράδειγμα, ανάλογα με το πώς χαρακτηρίζονται τα φύλα από τα κοινωνικά στερεότυπα χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα επίθετα συνήθως για να περιγράψουν τα νεαρά αγόρια («ταραχώδης», «δυνατός») και άλλα για τα κορίτσια («γλυκιά», «καλή», «ήσυχη»).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην ταινία είναι το σημείο όπου μια γειτόνισσα που βλέπει τον Λουντοβίκ να τακτοποιεί το τραπέζι του λέει:

«Μα είσαι μια αληθινή νοικοκυρά!».

Παρόμοια διαφοροποίηση παρατηρείται όσον αφορά στο πλαίσιο του παιχνιδιού. Τα αγόρια ενθαρρύνονται λιγότερο ή και καθόλου να παίξουν με «κοριτσίστικα» παιχνίδια (όπως με κούκλες), ενώ το αντίθετο, δηλαδή τα κορίτσια να παίζουν με «αγορίστικα» παιχνίδια (όπως θεωρούνται τα αυτοκίνητα) δεν επικρίνεται τόσο πολύ ή σε κάποιες περιπτώσεις περνάει απαρατήρητη ως συμπεριφορά (Fagot & Hagan, 1991).

Στην ταινία του Alain Berliner αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται αρκετές φορές. Στην σκηνή που διαδραματίζεται μέσα στην σχολική τάξη, όταν η δασκάλα ζήτησε από τα παιδιά να φέρουν τα αγαπημένα τους παιχνίδια, όλα τα κορίτσια έχουν φέρει τις κούκλες τους ενώ τα αγόρια «Game Boy». Ο Λουντοβίκ, το μόνο αγόρι που έχει φέρει μαζί του δυο κούκλες, γίνεται επίκεντρο χλευασμού από τους συμμαθητές του. Επίσης, σε διάφορα σημεία η ταινία δείχνει πως τα αγόρια παίζουν πόλεμο και ποδόσφαιρο ενώ τα κοριτσάκια είναι μαζεμένα σε κλειστές ομάδες και παίζουν με τις κούκλες τους ή χτενίζουν τα μαλλιά τους.

Παρόλα αυτά μέσα στον τελευταίο αιώνα έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος σχετικά με την μείωση των διακρίσεων στην συμπεριφορά των γονέων ανάμεσα σε παιδιά διαφορετικού φύλου (Kretchmar, 2009), κάτι που βοηθά στην αποδόμηση των στερεοτύπων που τείνουν πολλές φορές να επισκιάζουν τα παιδιά, καθώς και την ανάδειξη του «προσώπου» τους, δηλαδή το να είναι ο εαυτός τους, όπως ακριβώς είναι και όχι όπως τους επέβαλαν ή τους «προγραμμάτισαν» να είναι (Rogers,  Stevens, Gendlin, Shlien & Van Dusen, 1967).

Ωστόσο, πέρα από την οικογένεια και την στάση των γονέων, φαίνεται πως η  κοινωνικοποίηση των παιδιών όσον αφορά στους έμφυλους ρόλους συνίσταται στο να μάθουν τα παιδιά το διαχωρισμό ανάμεσα στα φύλα, στα χαρακτηριστικά του καθενός, σε ποια κατηγορία ανήκουν και πώς είναι αποδεκτό να συμπεριφέρονται τα ίδια. Η διαδικασία αυτή τις περισσότερες φορές δεν αποτελεί συνειδητή διαδικασία και ξεκινά ήδη από την γέννηση τους (Crespi et al., 2003). Ακόμη, σύμφωνα με τους Cole και Cole (2001) και «την Θεωρία του Σχήματος», ήδη από τη νηπιακή ηλικία τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια έχουν την τάση να διαλέγουν ως πρότυπο τον γονιό του ίδιου φύλου για να ταυτιστούν. Η θεωρία αυτή στηρίζει πως οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις που υφίσταντο ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες λειτουργούν ως μέσο κατανόησης του κόσμου από τα παιδιά. Επιπλέον στηρίζει πως οι έμφυλοι ρόλοι υπαγορεύουν μια πόλωση ανάμεσα στα φύλα και δεν αφήνουν περιθώριο στην κοινωνία ώστε να αποδεχθεί πως κάποια στοιχεία που θεωρούνται αποκλειστικότητα του ενός φύλου εμφανίζονται και στο άλλο. Έτσι, τα παιδιά διδάσκονται πως είναι μη αποδεκτό να υιοθετούν συμπεριφορές και χαρακτηριστικά του αντίθετου φύλου (Kretchmar, 2009), στηρίζοντας το δίπολο του φύλου μέσα στην κοινωνία.

Στην ταινία, ο Λουντοβίκ έχει υποχρεωθεί από τους «σημαντικούς άλλους» – δηλαδή τα άτομα με τα οποία έχει ισχυρή σχέση (Rogers, 1961) όπως οι γονείς του, η γιαγιά του και τα αδέλφια του, να μην ντύνεται σαν κορίτσι, να μην βάφεται σαν κορίτσι, να μην εκφράζεται σαν κορίτσι ώστε να μην βρίσκεται στο περιθώριο τόσο εκείνος όσο και η ίδια η οικογένειά του. Το ότι διατηρεί τα μακριά μαλλιά του είναι ένας πραγματικός άθλος για εκείνον και ίσως, το μόνο σημείο πάνω του με το οποίο αναγνωρίζει την «θηλυκή του ταυτότητα». Σε μια σκηνή οπού η μητέρα κουρεύει πολύ κοντά τα μαλλιά του άντρα της και των δυο άλλων αγοριών της λέει: «τώρα όλοι μου οι άντρες είναι όμορφοι και καθαροί». Ο Λουντοβίκ κοιτάζει φοβισμένος και στέκεται αμυντικός μπροστά στην μητέρα του μη τύχει και παραβιάσει την εικόνα του κουρεύοντάς τον αναλόγως.

Εν συνεχεία, η συναναστροφή των παιδιών με τους συνομηλίκους τους, τους δίνει επιπλέον παραδείγματα, από αυτά που λαμβάνουν εντός της οικογένειας, για το τι είναι κοινωνικά αποδεκτό για το φύλο τους. Μέσω της ενίσχυσης ή μη της συμπεριφοράς τους, τα παιδιά μαθαίνουν εύκολα ποιος είναι ο ταιριαστός στο φύλο τους τρόπος για να ντύνονται, να παίζουν και να φέρονται (Harter, 1999). Πολλές φορές υπάρχουν παιδιά τα οποία υιοθετούν κοινωνικές συμπεριφορές οι οποίες ομοιάζουν ή ταυτίζονται με την στερεοτυπική εικόνα άλλου από το δικό τους φύλο. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα στην ταινία αποτελεί το γεγονός πως δεν υπήρχε χώρος για ένα αγόρι να φοράει το καθιερωμένο κομψό «κοριτσίστικο» ντύσιμο με αποτέλεσμα να γίνεται αντικείμενο χλευασμού από άλλα παιδιά. Συγκεκριμένα υπάρχουν σκηνές μέσα στην τάξη όπου οι συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν με χειρονομίες ότι έχει δήθεν στήθος ή ότι βάφεται σαν γυναίκα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν ο συμμαθητής με τον οποίο ο Λουντοβίκ είναι ερωτευμένος και μοιράζεται το θρανίο μαζί του ζητάει από την δασκάλα να αλλάξει θέση. Είναι φανερό από τα λόγια του πως κουβαλάει τις αντιλήψεις των γονιών του με τα οποία τον εμπότισαν και τον έμαθαν να «στέκεται» δίπλα στους ανθρώπους που έχουν διαφορετικότητα από ότι συνήθισε η κοινωνία να ενσωματώνει αβίαστα.

«Κυρία, μπορώ να αλλάξω θέση;»

«Φυσικά, μπορώ να μάθω τον λόγο;»

«Αν δεν αλλάξω θα πάω στην κόλαση.»

Στην συνέχεια, ο διευθυντής του σχολείου ανακοινώνει στους γονείς πως θα πρέπει να μεταφέρουν το παιδί τους σε κάποιο άλλο σχολείο λέγοντας τους:

«Λυπάμαι αλλά η συμπεριφορά και τα γούστα του Λουντοβίκ είναι πολύ εκκεντρικά για το σχολείο μας».

Τέλος, λόγο του ότι έχει πάρει υπερβολική έκταση η διαφορετικότητα του πρωταγωνιστή από του σχολείο και τους γονείς, απεικονίζεται στην τελευταία σκηνή η σωματική βία που δέχεται από τους συμμαθητές του στα αποδυτήρια του σχολείου, μιας και τα έχουν επιτυχώς «προγραμματίσει» όλο το προηγούμενο διάστημα να μην αναγνωρίζουν το κοινωνικό φύλο του Λουντοβίκ ως αποδεκτό.

Φαίνεται λοιπόν πως τα διεμφυλικά παιδιά εισπράττουν συμπεριφορές από το κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον, ακόμα και εάν αυτές έχουν την μορφή της ανησυχίας από μέρους των γονέων, οι οποίες είναι πιθανό να προκαλούν είτε μικρή είτε μεγάλη δυσφορία στα ίδια ή και σύγχυση σχετικά με το ποιος είναι εν τέλει ο κοινωνικά αποδεκτός τρόπος να συμπεριφέρονται και να παρουσιάζονται στους άλλους (Haldeman, 2000). Στην ταινία, ο Λουντοβίκ διεκδικεί το δικαίωμά του να ντύνεται σαν κορίτσι, να φοράει φορέματα, λουλούδια στα μαλλιά, κραγιόν, σκουλαρίκια και γοβάκια. Όταν ο πατέρας επίμονα του εξηγεί πως δεν πρέπει να ντύνεται έτσι μπροστά στους άλλους και τον ρωτάει με θυμό γιατί το κάνει αυτό, τότε το παιδί του απαντά:

«Ήθελα να είμαι όμορφη».

Η ανησυχία όμως των γονέων του πολλές φορές εκτροχιάζεται με αποτέλεσμα να εκφράζεται με ένταση και θυμό από την μεριά τους. Η μητέρα του, που πάντα τον υποστήριζε, σε μια σκηνή του φωνάζει:

«Κόφ’το! Είσαι αγόρι και θα είσαι αγόρι για πάντα!».

Τέλος, τα ΜΜΕ επίσης κατέχουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη της έμφυλης ταυτότητας των παιδιών. Μέσω του ήχου και της εικόνας, καθώς και πρακτικών που έχουν τις ρίζες τους στην επιστήμη της Ψυχολογίας, εισάγουν πρότυπα συμπεριφοράς και εμφάνισης που εντυπώνονται στα παιδιά και τους μαθαίνουν ποιο είναι το κοινωνικά αποδεκτό, το ακολουθούν και πορεύονται στην συνέχεια με αυτό το πρότυπο ως ενήλικες, χωρίς να έχουν την ευκαιρία πάντα να αναλογιστούν εάν πράγματι τους ταιριάζει ή όχι (Wharton, 2005). Ωστόσο, στην ταινία, εμφανίζεται με μεγάλη γλαφυρότητα η ταύτιση του Λουντοβίκ με μια κούκλα σε μια παιδική σειρά την οποία παρακολουθεί σχεδόν εμμονικά. Την μιμείται και αντιγράφει της κινήσεις της και τον τρόπο που φέρεται καθώς αναγνωρίζει πως, ουσιαστικά, χαρακτηρίζονται από το ίδιο φύλο. Ταυτόχρονα όμως η ταινία δείχνει την επιρροή των ΜΜΕ ως προς τους ενήλικες. Η μητέρα του Λουντοβίκ αναφέρει χαρακτηριστικά για την στάση του παιδιού της: «είναι φυσιολογικό, μέχρι την ηλικία των 7 ετών να αναζητάμε την ταυτότητα μας. Το διάβασα στο Marie Claire» ενώ, λίγες σκηνές μετά, μια γειτόνισσα αναφέρει «είδα στην τηλεόραση κάτι σχετικά με τα τρανσέξουαλ άτομα και έβαλα τα κλάματα. Αν η κόρη μου ερχόταν να μου πει πως είναι αγόρι δε θα ήξερα τι να κάνω».

Σύμφωνα με τον Κάκουρο και την Μανιαδάκη (2004) η κοινωνικοποίηση των παιδιών είναι πολύ πιθανό να ευθύνεται κατά σημαντικό μέρος για την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας σε αυτά. Τα παιδιά μην μπορώντας να αντισταθούν στα μέσα διαπαιδαγώγησης που διαθέτει η κοινωνία, γίνονται αποδέκτες κοινωνικών προσδοκιών, οι οποίες καθορίζουν τις αντιλήψεις και την συμπεριφορά τους. Οι εσωτερικευμένες αυτές αντιλήψεις που προέρχονται από τα κοινωνικά στερεότυπα, διαφορετικές για κάθε φύλο, πολύ συχνά υποβοηθούν την εκδήλωση παθολογικής συμπεριφοράς στα παιδιά, για την οποία είτε ήδη υπάρχει οργανική προδιάθεση είτε όχι. Στις τελευταίες περιπτώσεις κατά την πορεία της ζωής του παιδιού είναι πιθανό να έχουν δημιουργηθεί ανάλογες συνθήκες και να έχουν συντρέξει παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξη ορισμένων διαταραχών. Συχνά παραδείγματα είναι η εκδήλωση της Διαταραχής Διασπαστικής Συμπεριφοράς στα αγόρια και Διαταραχών Διάθεσης (όπως κατάθλιψη) στα κορίτσια (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2006). Καθώς οι κοινωνικές προσδοκίες διαφοροποιούνται για κάθε φύλο είναι εύλογο πως ο τρόπος κοινωνικοποίησης των κοριτσιών διαφοροποιείται από των αγοριών και αντιστρόφως. Επομένως, κατά κύριο λόγο οι μεν μπορούν να εμφανίσουν ψυχικές διαταραχές με διαφορετική μορφή από τους δε. 

Στην ταινία, το βάρος αυτής της κατάστασης παρουσιάζεται μέσα από τις δυο απόπειρες αυτοκτονίας του νεαρού πρωταγωνιστή. Η ειλικρινής και ασύλληπτη στάση του ενεργοποίησε τους γονείς να καταλάβουν πως το παιδί τους χρειαζόταν πολύ περισσότερη προστασία από ότι η διατήρηση των τυπικών σχέσεων με τους γείτονες που λειτουργούσαν ρατσιστικά απέναντι του με κάθε ευκαιρία. Αυτό ήταν το τελευταίο «χτύπημα» που θα επέτρεπαν να δεχτεί το παιδί τους, ειδικά όταν το «χτύπημα» αυτό προήλθε από το ίδιο του το χέρι, και για τον λόγο αυτόν αποφάσισαν να μετακομίσουν σε μια άλλη περιοχή του Βελγίου.

 

Ψυχική υγεία των διεμφυλικών παιδιών τα οποία δέχονται υποστήριξη από το οικογενειακό τους περιβάλλον

 

Ενώ τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης συνεχώς προβάλουν ιστορίες μιας συγκεκριμένης μερίδας διεμφυλικών παιδιών της προ-εφηβικής ηλικίας, εξακολουθεί να είναι δυσνόητο σε πολλούς η έννοια, η σημασία και η διαδικασία της «κοινωνικής μετάβασης» (social transition) των περισσότερων από αυτά τα παιδιά. Ποιο συγκεκριμένα, η κοινωνική μετάβαση ενός παιδιού αφορά στον τρόπο ανατροφής του και παρουσίασης του σε άλλους με τα χαρακτηριστικά της ταυτότητας φύλου που έχει και όχι με τα χαρακτηριστικά αυτής, η οποία του δόθηκε κατά τη γέννηση (Lemay. 2015; Nicholson, 2013; Sulek, 2015; Wallace. 2015). Αυτό αποτελεί μια παρέμβαση, μη ιατρική, η οποία μπορεί να εμπεριέχει την αλλαγή των αντωνυμιών που χρησιμοποιούνται για το εν λόγω «πρόσωπο» όπως το όνομά του, το μήκος των μαλλιών και το είδος ρουχισμού του, σύμφωνα με τα κοινωνικώς κυρίαρχα είδη τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά για το φύλο το οποίο το εκφράζει (Ehrensaft, 2015; Steensma & Cohen-Kettenis, 2011; Vanderburgh, 2009; Vilain & Bailey, 2015; Zucker, Wood, Singh & Bradley, 2012).

Στην ταινία ο Λουντοβίκ προσπαθεί διαρκώς να κάνει την κοινωνική του μετάβαση μέσα από την εμφάνιση του, τα ρούχα του, τις εκπομπές που βλέπει και την μίμηση της λατρεμένης του τηλεοπτικής κούκλας που βλέπει με τις ώρες στην αγαπημένη του σειρά. Ταυτοχρόνως, σκάνδαλο προκαλεί το γεγονός πως στην σχολική γιορτή, ο πρωταγωνιστής κλειδώνει στην τουαλέτα την συμμαθήτριά του που θα υποδυόταν την Χιονάτη, στο θεατρικό που είχαν ετοιμάσει, ντύνεται με τα ρούχα της και ανεβαίνει στην σκηνή. Μετά την αντίδραση της κοινωνίας, την ρήξη με τους γονείς του και την απόπειρα του παιδιού να αυτοκτονήσει από την συσσωρευμένη πίεση, οι γονείς αποφασίζουν να τον τιμήσουν τόσο σαν «πρόσωπο» όσο και τις ανάγκες του. Ο Λουντοβίκ, λοιπόν, τους ζητάει να τον αφήσουν να πάει στο πάρτι μιας φίλης του φορώντας φούστα. Εκείνοι, εξουθενωμένοι από αυτή την πάλη που συμβαίνει μέσα στο παιδί τους αλλά και από την ισχυρή σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα σε εκείνο/ εκείνους και την κοινωνία, αποφασίζουν να σταθούν διπλά του και στις ανάγκες του και του το επιτρέπουν.

Παρ’ όλη την τεταμένη συζήτηση γύρω από το ζήτημα, και παρ’ όλη την αυξανόμενη εμφάνιση αυτών των παιδιών σε κλινικές που σχετίζονται με το φύλο (Steensma & Cohen-Kettenis, 2011) οι περισσότερες έρευνες σχετικά με την ψυχική υγεία των διεμφυλικών ατόμων έχουν επικεντρωθεί κυρίως σε εφήβους και ενήλικες και όχι τόσο στα παιδιά. Σημειώνοντας αυτό το ερευνητικό κενό, θα ξεκινήσουμε την προσέγγισή μας μέσα από έρευνες που επικεντρώνονται σε ενήλικες και κυρίως σε εφήβους, έρευνες που προσεγγίζουν τα συναισθήματα και την ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας καθώς είναι θεματικές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την παιδική ηλικία. Έτσι λοιπόν, ξεκινώντας από τις συνέπειες που έχει το αποτύπωμα της κοινωνίας στους διεμφυλικούς ανθρώπους ώστε να επιστρέψουμε σιγά – σιγά προς την «αφετηρία» τους (την παιδική ηλικία) φαίνεται πως όλο και πιο αυξημένα είναι τα ποσοστά του άγχους, της κατάθλιψης και της αυτοκτονικότητας ανάμεσα σε διεμφυλικά άτομα (Almeida, Johnson, Corliss, Molnar & Azrael, 2009; Clements-Nolle, Marx & Katz, 2006; Colizzi, Costa & Todarello, 2014; Grant, Mottet, Tanis, Harrison, Herman & Keisling, 2015; Haas, Eliason, Mays et al., 2011; Maguen & Shipherd, 2010; Terada, Matsumoto, Sato, Okabe, Kishimoto & Uchitomi, 2011). Αυτά τα αυξημένα ποσοστά ψυχοπαθολογίας ενδεχομένως να αποτελούν το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που για χρόνια δείχνει την έλλειψη αποδοχής της καθώς και την έντονη προκατάληψη προς το διαφορετικό. Μια κοινωνία που έμαθε να πορεύεται μέσα από τις διακρίσεις και το στίγμα (Clements-Nolle et al., 2006; Colizzi, et al., 2014; Grant et al., 2015; Haas et al., 2011; Maguen & Shipherd, 2010; Terada et al., 2011, Βockting, Miner, Swinburne Romaine, Hamilton & Coleman, 2013), πόσο μάλλον απέναντι στα άτομα που η εμφάνιση τους δεν συνάδει με την ταυτότητα που οι ίδιοι αισθάνονται και δηλώνουν (Grossman & D’Augelli, 2007). Η κοινωνική απόρριψη προς αυτούς τους ανθρώπους φαίνεται τόσο μέσα στα κοινωνικά περιβάλλοντα όσο και μέσα στις ίδιες τις οικογένειες (Koken, Bimbi & Parsons, 2009; Russell, Ryan, Toomey, Diaz & Sanchez, 2011). Για την ακρίβεια, έχουν αρχίσει να υπάρχουν ολοένα και περισσότερα στοιχεία, τα οποία στηρίζουν πως η κοινωνική υποστήριξη είναι συνδεδεμένη με καλύτερα επίπεδα ψυχικής υγείας μεταξύ διεμφυλικών εφήβων και ενηλίκων (Bauer, Scheim, Pyne, Travers & Hammond, 2015; Liu & Mustanski, 2012; Budge, Adelson & Howard, 2013; Rotondi, Bauer, Travers, Travers, Scanlon & Kaay, 2011; Ryan, Russell, Huebner, Diaz & Sanchez, 2010; Simons, Schrager, Clark LF, Belzer & Olson, 2013). Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν πως όταν η κοινωνία αλλά ειδικότερα η οικογένεια στέκονται δίπλα στα παιδιά (προ-εφηβικής ηλικίας) υποστηρίζοντας τα και αποδεχόμενοι την ανάγκη τους, κατά την διάρκεια της κοινωνικής τους μετάβασης, τότε υπάρχουν πολλές πιθανότητες αυτά να χαρακτηριστούν από καλή ψυχική υγεία.

Πιο συγκεκριμένα, ένα μικρό ποσοστό των ερευνών που έχουν ασχοληθεί με παιδιά που είχαν διαγνωστεί με «Διαταραχή Ταυτότητας Φύλου» (Δ.Τ.Φ.) (παιδιά τα οποία εύχονταν να είχαν άλλο φύλο ή που συμπεριφέρονταν σαν να ανήκαν σε άλλο φύλο) αναφέρουν υψηλά ποσοστά ψυχοπαθολογίας, ειδικότερα, εσωτερικευμένες διαταραχές, όπως σοβαρό άγχος και κατάθλιψη (Coates & Person, 1985; Coolidge, Thede & Young, 2002; Di Ceglie, 2002; Rosen, Rekers & Friar, 1977; Yunger, Carver & Perry, 2004; Zucker, 2005). Για παράδειγμα, το 36% μιας ομάδας παιδιών ηλικίας 7 έως 12 ετών με Δ.Τ.Φ. άγγιξαν όλο το κλινικό εύρος των εσωτερικευμένων διαταραχών (Wallien, Van Goozen & Cohen-Kettenis, 2007). Επιπροσθέτως, δύο μεγάλες έρευνες παιδιών με Δ.Τ.Φ. ηλικίας 6 έως 11 ετών ανέδειξαν μέτρια ποσοστά σε εσωτερικευμένες διαταραχές υποδηλώνοντας πως πολλά παιδιά και στα δύο δείγματα έδειξαν υψηλά επίπεδα εσωτερικευμένης ψυχοπαθολογίας. Μερικοί αντιτείνουν πως αυτά τα υψηλά ποσοστά εσωτερικευμένης ψυχοπαθολογίας ανάμεσα σε παιδιά με Δ.Τ.Φ. αποτελούν ένδειξη πως η Δ.Τ.Φ. είναι μια μορφή ή η συνέπεια μιας τέτοιου είδους ψυχοπαθολογίας (Coates & Person, 1985). Αντίθετα, δύο μικρότερες έρευνες υποστηρίζουν πως τα παιδιά των οποίων οι ταυτότητες φύλου επιβεβαιώνονται και υποστηρίζονται από το οικείο περιβάλλον τους έχουν σχετικά καλή ψυχική υγεία. Η πρώτη έρευνα στηρίχθηκε σε 26 παιδιά με Δ.Τ.Φ. ηλικίας 3 έως 12 ετών, τα οποία συνεργάζονταν με μια κλινική, στην οποία οι γονείς ενθαρρύνονταν να υποστηρίξουν την έκφραση φύλου των παιδιών τους. Αυτά τα παιδιά έδειξαν χαμηλότερα ποσοστά ψυχοπαθολογίας (Hill, Menvielle, Sica & Johnson, 2010), συγκριτικά με αυτά που αναφέρονται σε άλλες έρευνες, οι οποίες διεξήχθησαν σε κλινικές όπου δεν υποστηρίζεται μια τέτοια έκφραση φύλου Cohen-Kettenis, Owen, Kaijser, Bradley & Zucker, 2003). Επιπλέον, μια ποιοτική ανάλυση συνεντεύξεων από γονείς πέντε διεμφυλικών παιδιών που είχαν βιώσει κοινωνική μετάβαση, έδειξε πως οι γονείς μπορούσαν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους την μείωση των προβλημάτων ψυχικής υγείας των παιδιών μετά την κοινωνική τους μετάβαση (Kuvalanka, Weiner & Mahan, 2014). Παρόλο που δεν έλαβε χώρα μια επίσημη διαδικασία ποιοτικής μεθόδου έρευνας, αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν πως τα διεμφυλικά παιδιά που υποστηρίζονται από το κοινωνικό τους περιβάλλον είναι πιθανό να έχουν καλύτερη ψυχική υγεία από τα παιδιά με Δ.Τ.Φ. ή από τα διεμφυλικά παιδιά που δεν έχουν υποστήριξη στην έκφραση φύλου τους.

Στην ταινία, οι γονείς του Λουντοβίκ προσπαθούν να στηρίξουν το παιδί τους και την ιδιαιτερότητα του, χάνοντας πολλές φορές τον έλεγχο των συναισθημάτων τους. Στην αρχή η μητέρα τον υποστηρίζει δείχνοντάς του εμπιστοσύνη, καθώς ο πατέρας δυσκολεύεται να το δεχτεί. Χαρακτηριστικά, εκείνη αναφέρει στην ψυχίατρο την οποία επισκέπτονται:

«Εμείς αγαπάμε το παιδί μας, θέλουμε να είναι καλά με τον εαυτό του».

Σε μια άλλη σκηνή, όταν η μητέρα σέβεται την ανάγκη του Λουντοβίκ και δέχεται να τον κουρέψει διαφορετικά από τα αλλά αγόρια της οικογένειας του λέει:

«Μου αρέσουν τα μακριά μαλλιά και μου αρέσουν και αυτοί που ξέρουν τι θέλουν».

Πέρα από την μητέρα, παρόμοια ζεστασιά το παιδί δέχεται και από την γιαγιά του. Σε κάποιο σημείο το ίδιο το παιδί της λέει:

«Θα παντρευτούμε με τον Ζερόμ όταν δε θα είμαι πλέον αγόρι»

«Δεν θα είσαι αγόρι;»

«Μα φυσικά και όχι»

«Έχεις πολλά πράγματα να μου μάθεις εσύ!» του απαντάει εκείνη χαμογελαστά.

Στο σημείο όπου ο πατέρας αλλά και η μητέρα χάνουν και οι δύο την ισορροπία τους και γίνονται επιθετικοί πολλές φορές με τον γιο τους, μη έχοντας άλλον τρόπο να λειτουργήσουν μέσα στην δίνη της κοινωνικής κριτικής, τότε, το μόνο πιστό σε εκείνον και υποστηρικτικό άτομο από την οικογένειά του είναι η γιαγιά του. Συγκινητική είναι η σκηνή όπου η γιαγιά λέει στους γονείς της:

«Είτε κοριτσάκι, είτε αγοράκι, πάνω απ’ όλα είναι το παιδί σας».

Προς το τέλος, μέσα από το προσωπικό του αδιέξοδο, το παιδί εκμυστηρεύεται στην γιαγιά του το πώς αισθάνεται για τους γονείς του:

«Λένε πως αρνούμαι να αλλάξω και πως μόνο σε προβλήματα τους βάζω… Είναι αλήθεια πως δεν θέλω να αλλάξω αλλά θέλω και να με αγαπάνε».

Μέσα από αυτά τα σημεία, αναγνωρίζουν οι θεατές πόσο σημαντικό είναι για το παιδί να έχει την αγάπη των γονέων του, ειδικά όταν η ταυτότητά του κλονίζεται και το βάρος από το περιβάλλον του είναι ασήκωτο. Άλλωστε, μόνο και μόνο επειδή ένα παιδί συμπεριφέρεται με έναν τρόπο ο οποίος ανταποκρίνεται κοινωνικά σε ένα άλλο φύλο, διαφορετικό από αυτό που του έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση, δεν σημαίνει πως αυτό το παιδί είναι διεμφυλικό, πως έχει Δ.Τ.Φ ή πως μια κοινωνική μετάβαση ενδείκνυται συγκεκριμένα στην περίπτωσή του. Ωστόσο, οι γονείς που υποστηρίζουν τα παιδιά τους στον «επαναπροσδιορισμό» του φύλου τους (με την απεύθυνση σε αυτά με ένα όνομα το οποίο τους αρέσει, με το να τα βοηθούν να αισθάνονται την βαθιά τους στήριξη, είτε αναφορικά με μια κοινωνική μετάβαση είτε όχι) φαίνεται να έχει θετικά αποτελέσματα γι’ αυτά καθώς και πως αυξάνει την αυτοεκτίμηση τους (Townsend, Markus & Bergsieker, 2009), κάτι το οποίο με την σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη ψυχική υγεία (Mann, Hosman, Schaalma & De Vries, 2004).

Επίσης, ενδεχομένως να υπάρχει μια ακόμη μεταβλητή η οποία είναι ικανή να εξηγήσει την ύπαρξη μιας πιο ομαλής ψυχικής υγείας ανάμεσα σε διεμφυλικά παιδιά που έχουν περάσει από κοινωνική μετάβαση. Για παράδειγμα, ίσως υπάρχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό σε αυτό το υποσύνολο των διεμφυλικών παιδιών, τα οποία είναι ικανά να πείσουν τους γονείς τους να τα αφήσουν να μεταβιβαστούν κοινωνικά (π.χ. μέσω λεκτικής δεξιότητας, αυτοπεποίθησης), το οποίο να είναι υπεύθυνο για την καλή ψυχική υγεία αυτών των παιδιών. Ίσως να ήταν αυτή η μοναδική τους γνωστική ικανότητα ή κάποια πλευρά της προσωπικότητας τους, η οποία είτε σχετίζεται με την καλύτερη ψυχική υγεία είτε οδηγεί σε καλύτερη ψυχική υγεία όταν ένα παιδί νιώθει πως έχει εκπληρώσει τον στόχο του. Μελλοντικές έρευνες, οι οποίες θα ασχολούνται με παιδιά πριν και μετά την κοινωνική τους μετάβαση, πιθανώς θα δώσουν την απάντηση στον παραπάνω προβληματισμό.

Παρόλη την γενικότερα καλή ψυχική υγεία τους, τα διεμφυλικά παιδιά τα οποία έχουν περάσει από κοινωνική μετάβαση έχουν βιώσει περισσότερο άγχος από τον μέσο όρο του πληθυσμού. Έτσι, φαίνεται πως ενώ μπορεί να εισπράττουν σημαντική υποστήριξη από τις οικογένειές τους, είναι πιθανό αυτά τα παιδιά να εξακολουθούν να βιώνουν επίπεδα θυματοποίησης από συνομηλίκους τους ή άτομα στο σχολείο και το ευρύτερο κοινωνικό τους κύκλο από, μικρότερης έντασης, επιθετικές συμπεριφορές σε καθημερινή βάση (Wilson, Griffin & Wren, 2005) το οποίο μπορεί αντιστρόφως να οδηγήσει σε απότομη αύξηση συμπτωμάτων άγχους και διαταραχών άγχους (McLaughlin, Ηatzenbuehler & Hilt, 2009; Arseneault, Milne, Taylor et al., 2008; Hawker & Boulton, 2000). Επιπλέον, τα διεμφυλικά παιδιά τα οποία είναι «διακριτικά» σχετικά με την ταυτότητα φύλου τους (δηλαδή οι συνομήλικοι τους δεν γνωρίζουν για την διεμφυλικότητά τους), είναι πιθανό να βιώνουν σοβαρό άγχος σχετικά με το αν οι γύρω τους θα ανακαλύψουν την διεμφυλική φύση τους. Από παλαιότερες ενασχολήσεις με ενήλικες προκύπτει πως αποκρύπτοντας μια στιγματοποιημένη ταυτότητα μπορεί να οδηγήσει σε ψυχολογική αναστάτωση (Quinn & Chaudoir, 2009).

Σημαντικό είναι πως, παρόλο του ότι οι έρευνες υποστηρίζουν πως τα κοινωνικά μεταβιβασμένα παιδιά της προ-εφηβικής ηλικίας βρίσκονται σε υγιή επίπεδα ψυχικής υγείας όταν λαμβάνουν την αποδοχή της οικογένειάς τους και από το πλαίσιο τους γενικότερα, είναι σημαντικό να τονιστεί η αναγκαιότητα να συνεχίσουν οι έρευνες για πιθανές αλλαγές στην κατάσταση της ψυχικής υγείας των παιδιών αυτών. Σε γενικές γραμμές η επικράτηση της κατάθλιψης είναι σχετικά χαμηλή στα παιδιά προ-εφηβικής ηλικίας και αυξάνεται ραγδαία κατά την διάρκεια της εφηβείας (Hankin, Abramson, Moffitt, Silva, McGee & Angell, 1998). Είναι πιθανό τα διεμφυλικά παιδιά να παρουσιάσουν μεγαλύτερο άγχος και κατάθλιψη από τους συνομηλίκους τους κατά την είσοδο στην εφηβική ηλικία, λόγω των πηγών δυσφορίας που αναφέρθηκαν προηγουμένως, οι οποίες είναι πολύ πιθανό να δυσχεραίνονται με το πέρασμα του χρόνου. Επομένως, ενώ η εφηβεία είναι μια περίοδος με αυξημένα επίπεδα άγχους για τους εφήβους (Larson, Lampman-Petraitis, 1989) πολλά από τα ζητήματα που ανακύπτουν επιδεινώνονται στην ζωή των διεμφυλικών εφήβων. Τα διεμφυλικά έφηβα άτομα, είτε καθυστερούν την εφηβική μετάβαση του σώματός τους μέσω ιατρικών παρεμβάσεων είτε όχι, πολύ συχνά βιώνουν σωματική δυσφορία (καθώς το σώμα τους δεν ταιριάζει με το σώμα των συνομηλίκων τους με το ίδιο φύλο), το οποίο καθιστά την σεξουαλική επαφή και την αλληλεπίδραση σε μια σχέση, πηγές ακόμα μεγαλύτερου άγχους από ό,τι συμβαίνει μεταξύ των εφήβων συνομηλίκων τους (De Vries, Cohen-Kettenis & Delemarre-van de Waal, 2006). Στην ταινία φαίνεται καθαρά η σωματική δυσφορία που αισθάνεται καθώς φοράει το σορτσάκι του ανάποδα ώστε να μην διαγράφονται τόσο έντονα τα γενετικά του όργανα.

       Κλείνοντας, όπως πολύ τρυφερά είχε αναφέρει ο Rogers (1995), καθένας μας είναι από μόνος του ένα νησί που μπορεί να χτίσει γέφυρες με άλλα νησιά μόνο εάν είναι διατεθειμένος να είναι ο εαυτός του και του επιτρέπεται να είναι ο εαυτός του. Με αυτήν την επίγευση, θα ήθελα να επισημάνω τα λόγια της ψυχιάτρου απέναντι στην μητέρα του Λουντοβίκ, όταν καλείται να την ενημερώσει πως δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσει την θεραπεία με το παιδί της και πως, ίσως, αυτό που θα είχε μεγαλύτερο νόημα να είναι ο περίγυρός του να καταφέρει να ανοίξουν τα μάτια τους:

«Η σιωπή μας φοβίζει, αλλά ίσως είναι ο μονός τρόπος να προβληματιστούμε».

 

Συζήτηση

Μελετώντας τη βιβλιογραφία, διαπιστώνουμε πως η κοινωνία δυσκολεύεται να αποδεχθεί τους άλλους και τα συναισθήματά τους, καταδικάζοντας και τα παιδιά σε αυτή την πραγματικότητα. Ολοένα συνηθέστερο μοτίβο συμπεριφοράς στο οποίο εκπαιδεύονται τα παιδιά τόσο από την οικογένεια τους, την κοινωνία, τους φίλους τους στο σχολείο καθώς και από τα ΜΜΕ είναι πως κάθε άνθρωπος πρέπει να νιώθει, να σκέφτεται και να πιστεύει τα ίδια πράγματα με την κοινωνικά κατασκευασμένη «νόρμα». Επίσης, φαίνεται πως υπάρχει ακόμα μεγάλη δυσκολία στο να τους επιτραπεί να αισθάνονται διαφορετικά σχετικά με συγκεκριμένα ζητήματα ή στάσεις που μπορεί να τα αφορούν, όπως το φύλο τους και η εμφάνισή τους.

Είναι εύκολα αντιληπτό πως η πίεση που ασκούν οι κοινωνικές «προσδοκίες» στα άτομα ως προς το ύφος της συμπεριφοράς τους είναι τεράστιες πόσο μάλλον όταν πρόκειται για παιδιά, τα οποία βρίσκονται στην αρχή της ζωής τους και ακόμα και οι μικρότερες εμπειρίες διαμορφώνουν σημαντικά τον χαρακτήρα και την ταυτότητά τους. Ακόμα και οι πιο καθημερινές και ασυνείδητες συμπεριφορές των ανθρώπων είναι εμποτισμένες από τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας όπου ζουν και ακόμα και αυτές είναι ικανές να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον ψυχισμό ενός παιδιού.

Έχοντας εμβαθύνει, λοιπόν, στον τρόπο με τον οποίο στέκονται και στηρίζουν οι γονείς τα παιδιά τους που επαναπροσδιορίζουν το φύλο τους φαίνεται πως τα αποτελέσματα είναι σημαντικά. Αναφορικά με την ανάλυσή φαίνεται πως παρουσιάζονται χαμηλά επίπεδα εσωτερικευμένης ψυχοπαθολογίας σε νεαρά διεμφυλικά παιδιά τα οποία έχουν περάσει από κοινωνική μετάβαση και τα οποία δέχονται υποστήριξη για την ταυτότητα του φύλου τους. Πιο συγκεκριμένα, αναπτύχθηκε η πιθανότητα πως το να είναι κάποιος διεμφυλικός δεν εξισώνεται με κάποιο είδος ψυχοπαθολογίας ή με το αποτέλεσμα ψυχοπαθολογίας στην παιδική ηλικία. Αντιθέτως, μέσα από αυτή την εργασία διαπιστώνουμε πως τα διεμφυλικά παιδιά έχουν παραπάνω λόγους να έχουν υψηλά ποσοστά σοβαρού άγχους και κατάθλιψης από ότι οι συνομήλικοί τους (συμμαθητές ή αδέλφια) που δεν είναι διεφυλικοί. Καθώς ολοένα και περισσότεροι γονείς αποφασίζουν να επιτρέψουν και να στηρίξουν την κοινωνική μετάβαση των παιδιά τους, αξιολογώντας την ψυχική υγεία σε μια αυξανόμενα ποικιλόμορφη ομάδα παιδιών σε κοινωνική μετάβαση, αποτελεί μια διαδικασία μεγάλης σημασίας για την ψυχική υγεία αυτών όπως και ελπίδας για μια πιο υγιή κοινωνία που χωράει διαφορετικά «πρόσωπα» αντί να τα στιγματίζει και να τα καταδικάζει στην εξορία.

Επίσης, είναι σημαντικό να επισημανθεί πως τα διεμφυλικά παιδιά δεν έχουν πάντα το σώμα που είναι συνηθισμένο στα παιδιά με συγκεκριμένη ταυτότητα φύλου, και αυτό μπορεί να είναι μια πηγή δυσφορίας γι’ αυτά. Ακόμη και όταν τα διεμφυλικά παιδιά είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσουν το μπάνιο, τα αποδυτήρια ή να βρίσκονται στην ίδια ομάδα με άλλα παιδιά με τα οποία έχουν κοινό φύλο, και μόνο η ύπαρξη αυτών των διαφοροποιήσεων πιθανώς υπογραμμίζει τους τρόπους με τους οποίους τα σώματα τους δεν ευθυγραμμίζονται με τις πολιτισμικές προσδοκίες ως προς τα παιδιά με την ίδια ταυτότητα φύλου με εκείνα.

Έτσι λοιπόν, μέσα από την θεωρία του «Κοινωνικού Φύλου» φαίνεται πως η διαφοροποίηση των ατόμων, το δικαίωμα κάθε μικρού παιδιού να χρησιμοποιεί την εμπειρία του με τον δικό του τρόπο και να της προσδίδει τα δικά του νοήματα, αποτελεί μια από τις πιο ανεκτίμητες δυνατότητες της ζωής που μπορούμε να του χαρίσουμε.

Κλείνοντας, θα ήθελα να δώσω λίγο χώρο στους κινηματογραφικούς γονείς του Λουντοβίκ, γονείς αξιόλογους, αξιοθαύμαστους και ζηλευτούς οι οποίοι έμαθαν στο παιδί τους να είναι ο εαυτός τους και το ενέπνευσαν με την στάση τους να δέχεται τους άλλους ανθρώπους ακριβώς όπως είναι, πράγμα που σημαίνει να δέχεται τα συναισθήματα, τις στάσεις και τα πιστεύω τους με τον ίδιο τρόπο που δέχεται και τα δικά του, δηλαδή ως ένα αληθινό και ζωτικό κομμάτι του εαυτού τους. Με αυτόν τον τρόπο, του έμαθαν πως μπορεί να ζει μια ζωή ως ολοκληρωμένο και ανοιχτό «πρόσωπο», γεμάτο ασφάλεια, αποδοχή, αυθεντικότητα, ενσυναίσθηση και φως μέσα του, και με αυτές τις αξίες, φαίνεται πως έχει πολύ περισσότερες ευκαιρίες να μην μείνει ποτέ μόνο του και να μην φοβάται τις σκιερές περιόδους της ζωής.

 

Βιβλιογραφία

 

Almeida, J., Johnson, R. M., Corliss, H. L, Molnar, B. E., & Azrael, D. (2009). Emotional distress among LGBT youth: the influence of perceived discrimination based on sexual orientation. J Youth Adolesc. 38(7), 1001–1014.

 

Arseneault, L., Milne, B. J. & Taylor, A. (2008). Being bullied as an environmentally mediated contributing factor to children’s internalizing problems: a study of twins discordant for victimization. Arch Pediatr Adolesc Med.162(2), 145- 150.

 

Bauer, G. R., Scheim, A. ., Pyne, J, Travers, R, & Hammond, R. (2015). Intervenable factors associated with suicide risk in transgender persons: a respondent driven sampling study in Ontario, Canada. BMC Public Health, 15, 525.

 

Bockting, W. O., Miner, M. H., Swinburne, R. E., Hamilton, A, & Coleman, E. (2013). Stigma, mental health, and resilience in an online sample of the US transgender population. Am J Public Health, 103 (5), 943-951.

 

Budge, S. L., Adelson, J. L., Howard, K. A. S. (2013). Anxiety and depression in transgender individuals: the roles of transition status, loss, social support, and coping. J Consult Clin Psychol, 81(3), 545–557.

 

Butler, J. (2007). Gender Trouble, Feminism and the Subversion of identity. United Kingdom: Routlege

 

Butler, J, (1988). Παραστασιακές Επιτελέσεις και Συγκρότηση του Φύλου: Δοκίμιο πάνω στην Φαινομενολογία και την Φεμινιστική Θεωρία. Theatre Journal.

 

Caspi, A., Moffitt, T. E. & Rutter, M. (2003). Using sex differences in psychopatholo-gy to study causalmechanisms: unifying issues and research strategies. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 44 (8), 1092–1115.

 

Clements-Nolle, K., Marx, R., & Katz, M. (2006). Attempted suicide among transgender persons: The influence of gender-based discrimination and victimization. J Homosex, 51 (3), 53–69.

 

Coates, S., Person, E. S. (1985). Extreme boyhood femininity: isolated behavior or pervasive disorder? J Am Acad Child Psychiatry, 24 (6), 702–709.

 

Cohen-Kettenis, P. T., Owen, A, Kaijser, V. G., Bradley, S. J., & Zucker, K. J. (2003). Demographic characteristics, social competence, and behavior problems in children with gender identity disorder: a cross-national, cross-clinic comparative analysis. J Abnorm Child Psychol, 31(1), 41–53.

 

Cole, M., & Cole S. R. (2001). Η ανάπτυξη των παιδιών: Γνωστική και Ψυχοκοινωνική Ανάπτυξη κατά τη νηπιακή και μέση παιδική ηλικία. Β’ Τόμος. Αθήνα: Gutenberg.

 

Colizzi, M., Costa, R., & Todarello, O. (2014) Transsexual patients’ psychiatric comorbidity and positive effect of cross-sex hormonal treatment on mental health: results from a longitudinal study. Psychoneuroendocrinology, 39, 65–73.

 

Coolidge, F. L.,Thede, L. L., & Young,S. E. (2002) The heritability of gender identity disorder in a child and adolescent twin sample. Behav Genet, 32 (4), 251–257.

 

De Vries, A. L., Cohen-Kettenis, P. T., & Delemarre-van de Waal, H. (2006). Clinical management of gender dysphoria in adolescents. Int J Transgenderism, 9 (3–4), 83–94.

 

Di Ceglie, D. (2000). Gender identity disorder in young people. Adv Psychiatr Treat, 6 (6), 458–466.

 

Ehrensaft, D. (2015, May 26).Why conversion therapy for transgender youth is unethical. Retrieved 2017, from L.A. Times Readers React: http://www.latimes.com/opinion/readersreact/la-le-0526-transgender-children-20150526-story.html.

 

Fagot, B. I. & Hagan, R., (1991). Observation of Parent Reactions to Sex – Stereotyped Behaviors: Age and Sex Effects. Child Development, 80 (62), 617-628.

 

Ferree, M. M. (1990). Beyond Separate Spheres: Feminism and Family Research. Journal of Marriage and the Family, 52, 866-884.

 

Grant, J. M., Mottet, L. A., Tanis, J., Harrison, J., Herman, J. L., & Keisling, M. (2011). Injustice at every turn: a report of the national transgender discrimination survey. Retrieved 2017, from National Center for Transgender Equality & National Gay and Lesbian Task Force: www.thetaskforce.org/static_html/downloads/reports/reports/ntds_full.pdf.

 

Grossman, A. H., D’Augelli, A. R. (2007). Transgender youth and life-threatening behaviors. Suicide Life Threat Behav, 37 (5), 527–537.

 

Haas, A. P., Eliason, M., & Mays, V. M. (2011).Suicide and suicide risk in lesbian, gay, bisexual, and transgender populations: review and recommendations. J Homosex, 58 (1),10–51.

 

Haldeman, D. C., (2000). Gender Atypical Youth: Clinical and Social Issues. School Psychology Review, 44 (45) 192-200.

 

Hankin, B. L., Abramson, L. Y., Moffitt, T. E., Silva, P. A., McGee, R., & Angell, K. E. (1998). Development of depression from preadolescence to young adulthood: emerging gender differences in a 10-year longitudinal study. J Abnorm Psychol. 107(1), 128–140.

 

Harter, S. (1999). The construction of the self: A developmental perspective. Guilford Press.

 

Hawker, D. S. J., Boulton, M. J. (2000). Twenty years’ research on peer victimization and psychosocial maladjustment: a meta-analytic review of cross-sectional studies. J Child Psychol Psychiatry, 41(4), 441–455.

 

Hill, D. B., Menvielle, E., Sica, K. M., & Johnson, A. (2010). An affirmative intervention for families with gender variant children: parental ratings of child mental health and gender. J Sex Marital Ther, 36 (1), 6–23.

 

Hird, M. J. (2000). Gender’s nature: Intersexuality, transsexualism and the ‘sex’/’gender’binary. Feminist theory, 1(3), 347-364.

           

Hughes M. & Kroehler C. (2014). Κοινωνιολογία. Οι βασικές έννοιες. Αθήνα: Κριτική.

 

Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ., (2006). Ψυχοπαθολογία Παιδιών και Εφήβων. Αναπτυξιακή Προσέγγιση. Αθήνα: Τυπωθήτω.

 

Κάκουρος, Ε., Μανιαδάκη, Κ. (2004). Οι Αντιλήψεις των Ενηλίκων για τον Κοινωνι-κό Ρόλο του Φύλου ως Αιτιολογικός Παράγοντας για την Εκδήλωση Ψυχικών Διατα-ραχών σε Αγόρια και Κορίτσια. Κοινωνική Εργασία, 20 (114), 115-120.

 

Koken, J. A., Bimbi, D. S., Parsons, J. T. (2009). Experiences of familial acceptance-rejection among transwomen of color. J Fam Psychol, 23(6), 853–860.

 

Kretchmar, J., (2009). Gender Socialization: Sex, Gender & Sexuality. EBSCO Research Starters.

 

Kuvalanka, K. A., Weiner, J. L., & Mahan, D. (2014). Child, family, and community transformations: findings from interviews with mothers of transgender girls. J GLBT Family Studies, 10 (4), 354–379.

 

Larson, R., & Lampman-Petraitis, C. (1989). Daily emotional states as reported by children and adolescents. Child Dev, 60 (5), 1250–1260.

 

Liu, R. T., & Mustanski, B. (2012). Suicidal ideation and self-harm in lesbian, gay, bisexual, and transgender youth. Am J Prev Med, 42 (3), 221–228.

 

Maguen, S., & Shipherd, J. C.(2010). Suicide risk among transgender individuals. Psychol Sex, 1(1), 34–43.

 

Mann, M., Hosman, C. M., Schaalma, H. P., & de Vries, N. K. (2004). Self-esteem in a broad-spectrum approach for mental health promotion. Health Educ Res, 19 (4), 357–372.

 

McLaughlin, K. A., Hatzenbuehler, M. L., & Hilt, L. M. (2009). Emotion dysregulation as a mechanism linking peer victimization to the development of internalizing symptoms among youth. J Consult Clin Psychol, 77, 904.

 

NBC News (2015, April 21). Jacob Lemay lives life as transgender child. Retrieved 2017, from: http://www.nbcnews.com/storyline/transgender-kids/jacob-lives-life-transgender-child-n345296.

 

Nicholson, K. (2013, June 24) Coy Mathis’ family celebrates civil rights win for transgender child. Retrieved 2017, from: Denver Post: http://www.denverpost.com/ci_23529796/coy-mathis-family-celebrates-civil-rights-win-transgender.

 

Quinn, D. M., & Chaudoir, S. R. (2009). Living with a concealable stigmatized identity: the impact of anticipated stigma, centrality, salience, and cultural stigma on psychological distress and health. J Pers Soc Psychol, 97(4), 634–651.

 

Rosen, A. C., Rekers, G. A., & Friar, L. R.(1977). Theoretical and diagnostic issues in child gender disturbances. J Sex Res, 13 (2), 89–103.

 

Rogers, C. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework. In (ed.) S. Koch, Psychology: A study of a science. Vol. 3: Formulations of the person and the social context. New York: McGraw Hill.

 

Rogers, C. R. (1961). On becoming a person: A psychotherapists view of psychotherapy. Houghton Mifflin.

 

Rogers, C. R., Stevens, B., Gendlin, E. T., Shlien, J. M., & Van Dusen, W. (1967). Person to person: The problem of being human: A new trend in psychology. Lafayette, CA: Real People Press.

 

Rotondi, N. K., Bauer, G. R., Travers, R., Travers, A., Scanlon, K., &  Kaay, M. (2011). Depression in male-to-female transgender Ontarians: results from the Trans PULSE Project. Can J Commun Ment Health, 30(2), 113–133.

 

Russell, S. T., Ryan, C., Toomey, R. B., Diaz, R. M., & Sanchez, J. (2011). Lesbian, gay, bisexual, and transgender adolescent school victimization: implications for young adult health and adjustment. J Sch Health, 81(5), 223–230.

 

Ryan, C., Russell, S. T., Huebner, D., Diaz, R., & Sanchez, J.(2010). Family acceptance in adolescence and the health of LGBT young adults. J Child Adolesc Psychiatr Nurs, 23 (4), 205–213.

 

Simons, L., Schrager, S. M., Clark, L. F., Belzer, M., & Olson, J. (2013). Parental support and mental health among transgender adolescents. J Adolesc Health,53 (6), 791–793.

 

Singh, D., Bradley, S. J., & Zucker, K. J. (2010) Commentary on “An affirmative intervention for families with gender variant children: parental ratings of child mental health and gender”. J Sex Marital Ther, 37(2), 151–157.

 

Steensma, T. D., Cohen-Kettenis, P. T. (2011). Gender transitioning before puberty? Arch Sex Behav, 40 (4), 649–650.

 

Sulek, J. (2015, February 2). Transgender grandchild: Rep. Mike Honda says 8-year-old’s gender change not a phase. Retrieved 2017, from San Jose Mercury News: http://www.mercurynews.com/bay-area-news/ci_27559981/transgender-grandchild-congressman-mike-honda-says-8-year.

 

Terada, S., Matsumoto, Y., Sato, T., Okabe, N., Kishimoto, Y., & Uchitomi, Y. (2011). Suicidal ideation among patients with gender identity disorder. Psychiatry Res, 190 (1), 159–162.

 

Townsend, S. S. M., Markus, H. R., & Bergsieker, H. B. (2009). My choice, your categories: the denial of multiracial identities. J Soc Issues, 65 (1), 185–204.

 

Vanderburgh, R. (2009). Appropriate therapeutic care for families with pre-pubescent transgender/gender-dissonant children. Child Adolesc Social Work J, 26 (2), 135–154.

 

Varni, J. W., Thissen, D., & Stucky, B. D. (2012) Parent Proxy Report Scales: an item response theory analysis of the parent proxy report item banks. Qual Life Res, 21 (7), 1223–1240.

 

Vilain, E., & Bailey, J. M. (2015, May 21).  What should you do if your son says he’s a girl? Retrieved 2017, from  L.A. Times: www.latimes.com/opinion/op-ed/la-oe-vilain-transgender-parents-20150521-story.html.

 

Wallace, K. (2015, June 2). When your young daughter says “I’m a boy.” Retrieved 2017, from CNN: http://www.cnn.com/2015/03/18/living/feat-transgender-child-raising-ryland.

 

Wallien, M. S. C., van Goozen, S.H.M., & Cohen-Kettenis, P.T. (2007). Physiological correlates of anxiety in children with gender identity disorder. Eur Child Adolesc Psychiatry, 16 (5), 309–315.

 

Wharton, A. S. (2005). The Sociology of Gender: An Introduction to Theory and Research. United States of America: Blackwell.

 

Wilson, I., Griffin, C.,& Wren, B. (2005). The interaction between young people with atypical gender identity organization and their peers. J Health Psychol, 10 (3), 307–315.

 

Yunger, J. L., Carver, P. R.,& Perry, D. G. (2004).Does gender identity influence children’s psychological well-being? Dev Psychol, 40 (4), 572–582.

 

Zucker, K. J. (2005). Gender identity disorder in children and adolescents. Annu Rev Clin Psychol, 1, 467–492.

 

Zucker, K. J., Wood, H., Singh, D., &  Bradley, S. J. (2012). A developmental, biopsychosocial model for the treatment of children with gender identity disorder. J Homosex,  59 (3), 369–397.

 

Zucker, K., & Bradley, S. J. (1995). Gender Identity Disorder and Psychosexual Problems in Children and Adolescents. New York, NY: Guilford Press.

Posted in Άρθρα και Απόψεις.