Θέλω να μάθω

 


ΛΟΑΤΚΙ: Λεσβίες Ομοφυλόφιλοι Αμφιφυλόφιλοι/-ες Τρανς  Κουίρ  Ίντερσεξ

Ο όρος Κουίρ (Queer) έχει ακαδημαϊκή και πολιτισμική σημασία και εκφράζει τα άτομα τα οποία αμφισβητούν τους αυστηρούς κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους των φύλων και της σεξουαλικότητας.


Είναι η διαρκής συναισθηματική, ρομαντική ή/και σεξουαλική έλξη προς άτομα συγκεκριμένου φύλου ή φύλων. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός μπορεί να είναι ετερόφυλος, αμφίφυλος ή ομόφυλος.

Όπως και τα ετεροφυλόφιλα άτομα, έτσι και τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αρχίζουν από μικρή ηλικία να αισθάνονται έλξεις - συναισθηματική, ρομαντική ή/και σεξουαλική - προς άτομα συγκεκριμένου φύλου ή φύλων.

Δεν έχουν προκύψει ευρήματα που να επιτρέπουν στους επιστήμονες να καταλήξουν με ασφάλεια σε συγκεκριμένους παράγοντες που καθορίζουν τον σεξουαλικό/ερωτικό προσανατολισμό, είτε αυτός είναι ετερόφυλος, είτε είναι ομόφυλος, είτε είναι αμφίφυλος. Πάντως, οι άνθρωποι δεν αισθάνονται ότι επιλέγουν τον σεξουαλικό/ερωτικό τους προσανατολισμό. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το ερώτημα αυτό είναι πολύ συχνό, γιατί ενισχύεται από κοινωνικές προκαταλήψεις γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στην εσωτερική αίσθηση του ατόμου ότι είναι αρσενικό, θηλυκό, ή κάτι άλλο.

Είναι οι τρόποι που ένα άτομο εκφράζει την ταυτότητα φύλου του στους άλλους. Τέτοιοι τρόποι μπορεί να είναι η συμπεριφορά, η φωνή, το ντύσιμο, το χτένισμα κ.α.

Η ταυτότητα φύλου και ο σεξουαλικός/ερωτικός προσανατολισμός είναι δύο ανεξάρτητοι άξονες. Το κάθε τρανς άτομο, όπως όλα τα άτομα, έχει τον δικό του σεξουαλικό/ερωτικό προσανατολισμό, ετερόφυλο/ομόφυλο/αμφίφυλο κλπ. Επίσης, δεν ισχύει το παλιό κοινωνικό στερεότυπο που έκανε τους ανθρώπους να νομίζουν ότι μια λεσβία επιθυμεί να είναι άντρας ή ένας γκέι άντρας επιθυμεί να είναι γυναίκα.

Ο όρος τρανς αναφέρεται σε αρκετές διαφορετικές καταστάσεις. Σε γενικές γραμμές χρησιμοποιείται από άτομα τα οποία αισθάνονται ή/και εκφράζουν το φύλο τους με τρόπο που δεν αντιστοιχεί με το φύλο το οποίο τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση.

Τρανς γυναίκες: Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι αρσενικό, αλλά προσδιορίζονται και ζουν ως γυναίκες και τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους, είναι γνωστά ως τρανς γυναίκες (επίσης ως Male To Female – MTF).

Τρανς άντρες: Τα άτομα των οποίων το φύλο που τους έχει αποδοθεί κατά τη γέννηση είναι θηλυκό, αλλά προσδιορίζονται και ζουν ως άνδρες και τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους με ιατρική παρέμβαση ώστε να ταιριάζει με την ταυτότητα φύλου τους, είναι γνωστά ως τρανς άνδρες (επίσης ως Female To Male – FTM) Μερικά άτομα που πραγματοποίησαν μετάβαση από το ένα φύλο στο άλλο, προτιμούν να αναφέρονται ως άνδρας ή γυναίκα, παρά ως τρανς άντρες / τρανς γυναίκες.

Συχνά ακούμε να χρησιμοποιείται η έκφραση «αλλαγή φύλου», αλλά αυτή είναι λάθος. Κάποια τρανς άτομα τροποποιούν ή επιθυμούν να τροποποιήσουν το σώμα τους μέσω ορμονών, χειρουργικών επεμβάσεων και άλλων τρόπων, ώστε να το κάνουν να ταιριάζει όσο περισσότερο γίνεται με την ταυτότητα φύλου τους. Αυτή η διαδικασία μετάβασης μέσω ιατρικής παρέμβασης, αναφέρεται ως επαναπροσδιορισμός φύλου, αλλά πιο πρόσφατα αναφέρεται και ως επιβεβαίωση φύλου (gender affirmation).

Το βιολογικό φύλο αποδίδεται κατά τη γέννηση και αναφέρεται σε μία βιολογική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο προσδιορίζεται ως αρσενικό ή θηλυκό και συνδέεται κυρίως με φυσικά χαρακτηριστικά όπως χρωμοσώματα, επικρατούσες ορμόνες και εσωτερική ή εξωτερική ανατομία. Το κοινωνικό φύλο συνδέεται με κοινωνικά δομημένους ρόλους, συμπεριφορές , δραστηριότητες και χαρακτηριστικά τα οποία θεωρούνται κοινωνικά κατάλληλα για τα αγόρια ή τους άνδρες και για τα κορίτσια ή τις γυναίκες.

Τα τρανς άτομα βιώνουν την τρανς ταυτότητά τους με διάφορους τρόπους και μπορεί να αποκτήσουν επίγνωση της τρανς ταυτότητάς τους σε οποιαδήποτε ηλικία. Μερικά άτομα μπορούν να εντοπίσουν την τρανς ταυτότητα τους και τα συναισθήματα τους στις πρώτες τους αναμνήσεις, κάποια άλλα άτομα αρκετά αργότερα. Μερικά άτομα αγκαλιάζουν τα τρανς συναισθήματά τους, ενώ άλλα παλεύουν με αισθήματα ντροπής και σύγχυσης για πολλά χρόνια.

Πολλά άτομα δεν αισθάνονται ότι ανήκουν απόλυτα σε μία από τις δύο κατηγορίες του δίπολου άντρας-γυναίκα. Αυτό δεν σχετίζεται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν διαφορετικές αρρενωπότητες, θηλυκότητες και άλλες κοινωνικές εκφράσεις φύλων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κοινωνικά φύλα είναι όσα και οι άνθρωποι. Πολλά άτομα χρησιμοποιούν όρους για να περιγράψουν τους εαυτούς τους όπως, genderqueer, nonbinary, genderfluid, androgynous, multigendered, gender nonconforming, third gender, two-spirit people κ.α.

Είναι όρος «ομπρέλα» και αφορά ποικιλομορφίες στα χαρακτηριστικά φύλου που αναφέρονται συλλογικά ως ίντερσεξ καταστάσεις. Αυτές, μπορεί να περιλαμβάνουν διαφοροποιήσεις των εξωτερικών γεννητικών οργάνων, των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων, των χρωμοσωμάτων φύλου , ή των ορμονών που σχετίζονται με το φύλο. Μερικά παραδείγματα περιλαμβάνουν:

  • Εξωτερικά γεννητικά όργανα που δεν μπορούν εύκολα να χαρακτηριστούν ως αρσενικά ή θηλυκά
  • Ελλιπής ή ασυνήθιστη ανάπτυξη των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων
  • Ασυμφωνία μεταξύ των εξωτερικών γεννητικών οργάνων και των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων
  • Διαταραχές των χρωμοσωμάτων φύλου
  • Μη ομαλή ανάπτυξη των όρχεων ή των ωοθηκών
  • Υπερβολική ή μειωμένη παραγωγή ορμονών που σχετίζονται με το φύλο
  • Ανικανότητα του σώματος να ανταποκριθεί κανονικά στις ορμόνες που σχετίζονται με το φύλο.

Τα ίντερσεξ άτομα παλαιότερα αποκαλούνταν ερμαφρόδιτα, αλλά ο όρος έχει χάσει τη δημοτικοτητά του καθώς θεωρήθηκε παραπλανητικός και στιγμάτιζε τα άτομα αυτά. Πολύ συχνά, ίντερσεξ βρέφη και παιδιά, όπως και αυτά που έχουν ασαφή εξωτερικά γεννητικά όργανα, χειρουργούνται ή τροποποιούνται ορμονικά για να αποκτήσουν πιο αποδεκτά έμφυλα χαρακτηριστικά από την κοινωνία. Ωστόσο, αυτή η πράξη θεωρείται αμφιλεγόμενη, χωρίς σαφείς αποδείξεις ότι έχει καλή έκβαση. Όλο και περισσότερο αυτά τα θέματα αναγνωρίζονται ως παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, με δηλώσεις από διεθνή και εθνικά ιδρύματα ανθρώπινων δικαιωμάτων και δεοντολογίας.

Οι καταστάσεις ίντερσεξ που ανακαλύπτονται αργότερα στη ζωή συχνά γίνονται εμφανείς στην αρχή της εφηβείας. Καθυστερημένα ή απόντα σημάδια της εφηβείας μπορεί να είναι η πρώτη ένδειξη ότι υπάρχει κατάσταση ίντερσεξ. Για παράδειγμα, η πλήρης έλλειψη ευαισθησίας στα ανδρογόνα μπορεί αρχικά να γίνει εμφανής όταν ένα κορίτσι δεν έχει εμμηνορρυσία. Η ανακάλυψη μίας κατάστασης ίντερσεξ στην εφηβεία μπορεί να είναι εξαιρετικά οδυνηρή για το παιδί και τους γονείς του και μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα ντροπής, θυμού, ή κατάθλιψη. Οι επαφή με έμπειρους επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη στην αντιμετώπιση αυτών των δύσκολων προβλήματων και συναισθημάτων.

Τα ίντερσεξ άτομα όπως και τα υπόλοιπα άτομα στην κοινωνία μας μπορεί να είναι ετεροφυλόφιλα (με βάση το φύλο που τους έχει αποδοθεί στην γέννησή τους ή την ταυτότητα φύλου τους) ή ΛΟΑΤΚΙ.

Όχι. Δεν έχουν προκύψει ευρήματα, που να επιτρέπουν στους επιστήμονες να καταλήξουν με ασφάλεια σε συγκεκριμένους παράγοντες που καθορίζουν τον σεξουαλικό/ερωτικό προσανατολισμό, είτε αυτός είναι ετερόφυλος, είτε είναι ομόφυλος, είτε είναι αμφίφυλος.

Όχι, δεν έφταιξε κάτι. Πολλά άτομα αλλά και οι οικογένειές τους όταν συνειδητοποιούν ότι είναι ΛΟΑΤΚΙ μπαίνουν σε μία επίπονη διαδικασία αναζήτησης των «αιτιών», ψάχνοντας στο οικογενειακό ιστορικό, την διαπαιδαγώγηση, αλλά ακόμα και σε διάφορες λεπτομέρειες από περιστατικά της οικογενειακής ζωής. Κάθε τόσο μια νέα υπόθεση αναδύεται και ερμηνείες που λειτουργούν τραυματικά εκτοξεύονται ως κατηγορίες από το ένα μέρος στο άλλο. Αυτό είναι μια μάταια διαδικασία που ενισχύει συχνά τις συγκρούσεις και αρκετές φορές επιβαρύνει τις οικογενειακές σχέσεις μέχρι του σημείου της διάλυσής τους.

Ούτε το ένα, ούτε το άλλο ακριβώς. Τα λοατκι άτομα, όπως και τα ετεροφυλόφιλα, γεννιόνται και διαμορφώνονται μέσα από πολλούς παράγοντες που δεν τους ελέγχουμε και δεν τους επιλέγουμε. Αυτό που έχουμε ανάγκη να γνωρίζουμε είναι ότι μπορούμε να επιλέξουμε μια πλήρη και υγιή ζωή, με όποια σεξουαλική ταυτότητα ή ταυτότητα φύλου κι αν έχουμε γεννηθεί.

Πολλοί άνθρωποι αναρωτιούνται αν ο σεξουαλικός προσανατολισμός αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής με οποιονδήποτε τρόπο. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός δε μπορεί να αλλάξει και σήμερα αυτό δεν μας απασχολεί, γιατί γνωρίζουμε ότι δεν αποτελεί πρόβλημα για το άτομο ή την ίδια την κοινωνία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου ενδέχεται σε ένα βαθμό να μεταβληθούν:

α) η σεξουαλική ταυτότητα, δηλαδή η ταυτότητα αυτοπροσδιορισμού ενός ατόμου, χωρίς να σημαίνει ότι μεταβάλλεται ο σεξουαλικός του προσανατολισμός.

β) η σεξουαλική συμπεριφορά

Ο σεξουαλικός/ερωτικός προσανατολισμός δεν «θεραπεύεται». Άλλωστε δεν αποτελεί νοητική, ψυχική ή σωματική ασθένεια. Οι μεγαλύτεροι οργανισμοί Ψυχικής Υγείας έχουν επίσημα εκφράσει ανησυχία για τις «θεραπείες» αλλαγής σεξουαλικού προσανατολισμού. Οι «θεραπείες» που προτείνονται από θρησκευτικά (και όχι επιστημονικά) ιδρύματα, έχει διαπιστωθεί ότι: Α) επιτείνουν το κοινωνικό στίγμα και τα αρνητικά στερεότυπα Β) συμβάλλουν στις διακρίσεις Γ) εδράζονται στην διαμόρφωση αρνητικής αυτοεικόνας και αυτοσυναισθήματος

Ο σεξουαλικός/ερωτικός προσανατολισμός όχι μόνο δεν «θεραπεύεται», αλλά στόχος μας είναι η αυτοαποδοχή και η ενδυνάμωση του ατόμου. Οι ενδεδειγμένες πρακτικές για παροχή βοήθειας από θεραπευτές ψυχικής υγείας σε άτομο που έχει επιφυλάξεις ή δυσφορία για τον σεξουαλικό προσανατολισμό του, αφορούν: α. την αντιμετώπιση των κοινωνικών προκαταλήψεων εναντίον της ομοφυλοφιλίας ή της αμφιφυλοφιλίας του, β. την επιτυχή επίλυση θεμάτων που σχετίζονται με τις εσωτερικές συγκρούσεις του ατόμου, γ. την ενθάρρυνση προς τη διεκδίκηση μιας ευτυχισμένης και ικανοποιητικής ζωής του ατόμου.

Συνήθως πολλά ΛΟΑΤΚΙ άτομα αισθάνονταν ότι είναι «τα μόνα στον κόσμο», κυρίως κατά την διάρκεια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη ορατότητας που υπάρχει στην κοινωνία. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα λόγω των προκαταλήψεων δεν εκδηλώνουν στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις τους την ταυτότητά τους, οπότε το καθένα άτομο βιώνει εσωτερικά τις ανησυχίες του χωρίς να μπορεί να επικοινωνήσει και να συζητήσει με τους γύρω του. Επίσης, η έλλειψη επίσημης ενημέρωσης από το εκπαιδευτικό σύστημα φέρει μεγάλη ευθύνη.

Συνήθως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αναφέρουν ότι έχουν περάσει από μία φάση άρνησης της ταυτότητάς τους, λόγω των κοινωνικών πιέσεων. Οπότε μπορούμε με σιγουριά να ισχυριστούμε ότι η φάση υπάρχει, αλλά ως φάση καταπίεσης και συμμόρφωσης με τα κυρίαρχα ετεροκανονικά πρότυπα. Επίσης, πολύ συχνά μπερδεύουμε την έκφραση φύλου με τον σεξουαλικό/ερωτικό προσανατολισμό. Αυτό μας οδηγεί να θεωρούμε ότι τα παιδιά που δεν εκφράζουν το φύλο τους σύμφωνα με τις κυρίαρχες αρρενωπότητες και θηλυκότητες είναι ΛΟΑΤΚΙ, οπότε ο εξαναγκασμός τους σε συμμόρφωση με τα πρότυπα έκφρασης φύλου (να κάνουμε το αγοράκι να είναι πιο «σκληρό» και το κοριτσάκι πιο «παθητικό και χαριτωμένο»), εκλαμβάνεται ως θεραπεία σεξουαλικού προσανατολισμού, άρα θεωρείται ότι «ήταν μια φάση που πέρασε». Δεν αναγνωρίζουμε όμως ότι όχι μόνο δεν άλλαξε ο σεξουαλικός προσανατολισμός, αλλά επιβαρύνθηκε το παιδί με επιπλέον εσωτερικές συγκρούσεις. Αρκετά συχνά επίσης αυτό που εκλαμβάνεται ως «φάση» είναι η ύπαρξη μιας αμφιφυλόφιλης ταυτότητας. Συνήθως δεν αναγνωρίζουμε το δικαίωμα σε ένα άτομο να είναι αμφιφυλόφιλο, οπότε όταν κάνει σχέση με άτομο του άλλου φύλου, θεωρούμε ότι «θεραπεύτηκε», ότι από ομοφυλόφιλο έγινε ετεροφυλόφιλο, ότι δεν ήταν, ούτε συνεχίζει να είναι αμφιφυλόφιλο. Τέλος, πολλές περιστάσεις εξερεύνησης του σώματος και των αισθήσεων (π.χ. ένα φιλί στο στόμα μεταξύ παιδιών του ίδιου φύλου, το άγγιγμα ή το παιχνίδι με τα γεννητικά όργανα φίλων του ίδιου φύλου), εκλαμβάνεται ως ένδειξη ομόφυλων έλξεων, ενώ μπορεί να μην έχει καμία τέτοια διάσταση. Οπότε όταν σταματήσει να εμφανίζεται κάτι τέτοιο, θεωρούμε ότι άλλαξε («θεραπεύτηκε») ο σεξουαλικός προσανατολισμός. Τέτοιες περιστάσεις είναι κοινές στην εξέλιξη όλων των παιδιών και δεν σχετίζονται με τις βαθύτερες έλξεις τους, δηλαδή τον ερωτικό ή σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Ο σεξουαλικός/ερωτικός προσανατολισμός είναι κάτι βαθύτερο και μόνιμο, και δεν πρέπει να συγχέεται με άλλες περιστάσεις που μπορεί να καθορίζονται από πολιτισμικές ή αντικειμενικές συνθήκες (π.χ. απαγόρευση ή έλλειψη δυνατότητας επικοινωνίας με άλλα φύλα).


Αν έχετε κάποιο ερώτημα που σας απασχολεί και δε συμπεριλαμβάνεται στα παραπάνω ή έχετε κάποια πρόταση για τη βελτίωση του περιεχομένου της ενότητας αυτής, επικοινωνήστε μαζί μας μέσω email στο info@rainbowschool.gr ή συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα